Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Lost Girls και Ζεμφύρα

Το Lost Girls, που κυκλοφόρησε σε τρεις τόμους, είναι ένα μυθιστορηματικό κόμικ του Alan Moore (σενάριο) και της Melinda Gebbie (εικόνες), στο οποίο αναπαριστώνται οι σεξουαλικές περιπέτειες τριών από τις πιο φημισμένες ηρωίδες μυθιστορημάτων που γράφτηκαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα: της Αλίκης από το Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, της Ντόροθι Γκέιλ από το Μάγος του Οζ, και της Γουέντι Ντάρλινγκ από το Πήτερ Παν!

Ο Alan Moore (ο οποίος γεννήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1953), είναι Βρετανός συγγραφέας που δραστηριοποιείται κυρίως στον χώρο των  κόμικς. Θεωρείται από την πλειοψηφία, τόσο του κοινού όσο και των δημιουργών, ως ο κορυφαίος συγγραφέας κόμικς στον κόσμο και συχνά του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός… «Θεός των κόμικς». Βέβαια, ο Moore έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό από τις ταινίες που το σενάριό τους βασίστηκε σε ορισμένα από τα κόμικς του: From Hell (2001), The League of Extraordinary Gentlemen (2003), Constantine (2005), V For Vendetta (2006) και Watchmen (2009).

Γεννημένη στο Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ, η Gebbie μετακόμισε στην Αγγλία το 1984 για να εργαστεί  στην  παραγωγή της περίφημης ταινίας κινουμένων σχεδίων When the Wind Blows του Βρετανού δημιουργού κόμικς Raymond Briggs. Μετά από αυτό εργάστηκε ως εικονογράφος σε διαφημιστικά γραφεία, φτιάχνοντας παράλληλα κάποιες σύντομες ιστορίες κόμικς που κυκλοφόρησαν σε ανθολογίες. Εκείνη την περίοδο αναμίχτηκε στη δικαστική περιπέτεια του εκδοτικού οίκου Knockabout Comics  που είχε μηνυθεί από τον Οργανισμό Καταναλωτών με την κατηγορία της πορνογραφίας. Αργότερα γνώρισε και άρχισε να συνεργάζεται με τον Allan Moore με τον οποίο είναι πλέον παντρεμένη.

Στο Lost Girls η Gebbie είναι εμφανώς επηρεασμένη από την εικονογράφηση των προαναφερόμενων μυθιστορημάτων (Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Μάγος του Οζ και Πήτερ Παν) όπως παρουσιάστηκαν κατά τις πρώτες τους εκδόσεις, ενώ υπάρχουν και σαφείς αναφορές στο στυλ περίφημων ντακαντέντ εικονογράφων και ζωγράφων της εν λόγω εποχής.

Σύμφωνα με το σενάριο του Lost Girls, oι τρεις ηρωίδες, ως ενήλικες πλέον, συναντιούνται το 1913 σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην Αυστρία, το οποίο ονομάζεται Himmelgarten και βρίσκεται κάπου στα ορεινά της χώρας. Η Αλίκη είναι τώρα η γκριζομάλλα Λαίδη Φέιρτσαϊλντ, η Ντόροθι μια εικοσάχρονη κοπέλα και η Γουέντι μια τριαντάχρονη κυρία με το όνομα Γουέντι Πότερ η οποία είναι παντρεμένη με έναν άνδρα ονόματι Χάρολντ Πότερ που είναι είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της. Οι τρεις γυναίκες επιδίδονται σε σεξουαλικά όργια τα οποία περιλαμβάνουν και άλλους πελάτες αλλά και άτομα από το προσωπικό του ξενοδοχείου, ενώ, παράλληλα, εξομολογούνται μεταξύ τους τις ερωτικές περιπέτειες των νεανικών τους χρόνων:

Η ιστορία της Γουέντι:

Η Γουέντι και οι δύο αδελφοί της, ο Τζον και ο Μάικλ, το σκάνε από το σπίτι τους και συναντούν κρυφά στους κήπους του Κένσινγκτον δύο άστεγους έφηβους, τον Πίτερ και την αδελφή του Άνναμπελ. Ένα βράδυ, ο Πίτερ ακολουθεί τα τρία αδέλφια και κρυφά σκαρφαλώνει μαζί τους στο δωμάτιό τους. Εκεί το αλητάκι τούς διδάσκει διάφορα σεξουαλικά παιχνίδια: φιλάει και χαϊδεύει τη Γουέντι και της μαθαίνει να τον χαϊδεύει κι εκείνη. Τα δύο μικρότερα αγόρια τούς παρακολουθούν και αυνανίζονται.
Η Γουέντι και τα αδέλφια της αρχίζουν να συχνάζουν στο πάρκο για να παίξουν σεξουαλικά παιχνίδια μαζί και με τα άλλα άστεγα αγόρια, δηλαδή με τους φίλους του Πίτερ. Όμως αυτές τις συνευρέσεις τις παρακολουθεί κρυφά ένας παιδόφιλος, που αποκαλείται Κάπτεν, και ο οποίος είναι συνεργάτης του πατέρα της Γουέντι.
Αργότερα ο Κάπτεν χρησιμοποιεί ως αρσενική πόρνη τον Πίτερ και βιάζει την Άνναμπελ. Μάλιστα, δοκιμάζει να επιτεθεί και στη Γουέντι, αλλά εκείνη τον προκαλεί, λέγοντάς του ότι παρενοχλεί παιδιά επειδή ο ίδιος φοβάται να γεράσει. Τότε εκείνος ξεσπάει σε κλάματα οπότε η Γουέντι βρίσκει την ευκαιρία να αποδράσει. Ξαναβλέπει τον Πίτερ μόνο μια φορά, ενώ εκείνος ψάχνει πελάτες σε έναν σταθμό τραίνων…
Αργότερα η Γουέντι παντρεύεται τον πολύ μεγαλύτερό της Χάρολντ Πότερ – όχι επειδή έλκεται από αυτόν, αλλά, αντίθετα, επειδή αποφασίζει να μην κάνει έρωτα ποτέ ξανά… Ωστόσο, μετά τη συνάντησή της με τις άλλες δύο γυναίκες στο ξενοδοχείο Himmelgarten, θα ξαναβρεί τη χαρά της ζωής, παραδομένη στα αχαλίνωτα ερωτικά όργιά τους.


 Η ιστορία της Αλίκης:

Στα δεκατέσσερά της η Αλίκη εξαναγκάζεται να κάνει έρωτα με έναν φίλο του πατέρα της. Κατά τη διάρκεια εκείνης της πράξης, η έφηβη στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη και φαντάζεται ότι αποδρά καταδυόμενη μέσα σε αυτόν και ότι κάνει έρωτα με τον εαυτό της.
Αργότερα, σε ένα οικοτροφείο θηλέων, η Αλίκη πείθει πολλές από τις συμμαθήτριές της να κοιμηθούν μαζί της. Παράλληλα νιώθει μεγάλη έλξη για μια δασκάλα, την κυρία Ρέτζεντ, με την οποία ανταλλάσσει ένα παθιασμένο φιλί την ημέρα της αποφοίτησής της.
Η κυρία Ρέτζεντ προτείνει στην Αλίκη να την προσλάβει ως προσωπική γραμματέα της. Έτσι, αρχίζει να εργάζεται για τη Ρέτζεντ που τώρα είναι παντρεμένη με έναν πλούσιο κύριο ονόματι Ρέντμαν.
Η Αλίκη γίνεται σεξουαλικό παιχνίδι των εργοδοτών της και συμμετέχει στα λεσβιακά όργια της κυρίας Ρέτζεντ (τώρα Ρέντμαν) τα οποία γίνονται μέσα σε σύννεφα από καπνούς από πίπες οπίου.
Η Αλίκη εθίζεται στο όπιο και παράλληλα παρακολουθεί ένα κορίτσι, τη Λίλι, που, μαζί με άλλες κοπέλες, παρασύρεται –όπως ακριβώς είχε παρασυρθεί κι εκείνη πριν λίγο καιρό– στα σεξουαλικά όργια του ζεύγους Ρέντμαν.
Μια νύχτα, και ενώ ο κύριος και η κυρία Ρέντμαν έχουν πολλούς καλεσμένους σε δείπνο, η Λίλι διατάσσεται να μπει κάτω από το τραπέζι και να γλύψει το αιδοίο της Αλίκης. Αυτό, όμως, φέρνει την Αλίκη στα όρια της, και με οργή αρχίζει να αποκαλύπτει τα μυστικά των εργοδοτών της. Η κυρία Ρέντμαν αρνείται με σφοδρότητα τα λεγόμενα της Αλίκης, λέγοντας πως δεν ξέρει τι λέει αφού είναι εθισμένη στο όπιο. Τότε, δύο υπηρέτες αρπάζουν την Αλίκη, και αφού τη ναρκώσουν, τη βιάζουν.
Τελικά η Αλίκη καταλήγει σε ένα φρενοκομείο, όπου όμως και εκεί βιάζεται συστηματικά από τους νοσοκόμους. Σ’ εκείνο το ίδρυμα συνεχίζει να παίρνει ναρκωτικά και να επιζητά τον έρωτα με πολλές άλλες γυναίκες. Η οικογένειά της την αποκηρύσσει κι έτσι η Αλίκη μετακομίζει στην Αφρική για να εκμεταλλευτεί ένα αδαμαντωρυχείο.
Στη Μαύρη Ήπειρο, η Αλίκη, μαζί με φίλες της, αρχίζει να επιδίδεται σε όργια τα οποία περιγράφει στο ημερολόγιό της με ζωηρά χρώματα: Σε μια ζούγκλα, ενώ πέρνει στο στόμα της το πέος ενός νέγρου, ταυτόχρονα διαπερνάει με ένα διπλό τεχνητό φαλλό το αιδοίο και τον πρωκτό μιας φίλης της. Έπειτα έρχεται ένα φίδι για να τυλιχτεί γύρω από τα κορμιά τους και μια τίγρη για να φιλήσει την Αλίκη στο στόμα…


Η ιστορία της Ντόροθι:

Η Ντόροθι βιώνει τον πρώτο της οργασμό στην ηλικία των δεκαέξι, ενώ αυνανίζεται κατά τη διάρκεια μιας φοβερής καταιγίδας. Έπειτα αρχίζει να έχει σεξουαλική επαφή με τρεις εργάτες της φάρμας της οικογένειάς της, τους οποίους αποκαλεί με τα ονόματα: Αχυράνθρωπος, Τενεκεδένιος και Δειλό Λιοντάρι.
Σε όλες της τις ιστορίες, η Ντόροθι μιλάει για τον «θείο» και τη «θεία» της, όμως κάποια στιγμή η Γουέντι και η Αλίκη την αναγκάζουν να ομολογήσει πως στην πραγματικότητα αυτά τα δύο πρόσωπα ήταν ο πατέρας της και η μητριά της.
Οι γονείς της ανακαλύπτουν τις επαφές της με τους εργάτες και ο πατέρας της την πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για «ψυχολογική βοήθεια». Εκεί η Ντόροθι αρχίζει να κάνει έρωτα με τον πατέρα της, μέχρι την ημέρα που επιστρέφουν στο σπίτι. Τότε αρχίζει να αισθάνεται ενοχές, σκεπτόμενη πως κατέστρεψε τον γάμο των γονιών της. Έτσι, αποφασίζει να φύγει από το σπίτι και να ταξιδέψει στον κόσμο.

Το Lost Girls είναι ένα ανάγνωσμα που σε ορισμένα σημεία του θυμίζει πολύ την ατμόσφαιρα του Μεγάλου Ανατολικού του μεγάλου Έλληνα ποιητή  Ανδρέα Εμπειρίκου. Αίσθηση προκαλεί και η εικόνα όπου η Ντόροθι, κάνοντας έρωτα με τον εργάτη που αποκαλεί «Δειλό Λιοντάρι», φαντάζεται πως αγκαλιάζεται με ένα λιοντάρι:


Αυτή η εικόνα από το Lost Girls, μοιάζει πολύ με εκείνη που περιγράφει ο Εμπειρίκος στο Ζεμφύρα ή Το Μυστικό της Πασιφάης, όπου μια θηριοδαμάστρια κάνει έρωτα με ένα λιοντάρι.
Παρακάτω παραθέτουμε ένα απόσπασμα από αυτό το έργο του Εμπειρίκου:


ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ

Kάτω από την τεράστιαν τένταν, ο τσίρκος τώρα εκόχλαζε και εβόα. Το νούμερον με τα μικρά ιππάρια είχε τερματισθή καθώς και η άρσις των βαρών. Δύο παλιάτσοι, ευρυπαντέλονοι κρεμανταλάδες – ένας ψηλός, ισχνός και ένας μικρούλης νάνος – ξεφώνιζαν εις τον στίβον, εξεκλειδώνοντο, έπεφταν, εσηκώνοντο, κλαυσιγελούσανε και εχαστουκίζοντο αμοιβαίως ανταποδίδοντες με ιαχάς τας ηχηράς και περιτέχνους φάπας. Αίφνης η ορχήστρα ανέκρουσε ένα γοργόρυθμον σκοπόν και ο στίβος ελευθερώθηκε απ’ τους παλιάτσους. Τέλος, αφού εστήθη ολόγυρα το σιδηρούν κιγκλίδωμα, με βρυχηθμούς λαχταριστούς, γοργόσκιρτα και λυγερά ώρμησαν μέσα τα λεοντάρια.Μόλις εισήλθον, τους ακολούθησε τροχάδην χαρίεσσα και φιλομειδής, με κυανοπόρφυρη σφιχτή στολή ουσάρου, αλλά χωρίς καπέλλο στο κεφάλι, με άσπρα σειρήτια και χρυσά κουμπιά, κραδαίνουσα μαστίγιον στο χέρι, η περιώνυμος δαμάστρια Ζεμφύρα, κατάξανθη, με μαύρα μάτια ηδυπαθή, με μπότες στιλπνές ψηλές και αστραφτερά σπιρούνια. Στη μέση του στίβου ακριβώς, η νεάνις εστάθη αποτόμως και κάμπτουσα τα γόνατά της εις δίχρονον υπόκλισιν βραχείαν, χαιρέτησε δεξιά και αριστερά το πλήθος.

Εκ πατρός Πρωσσίς και εκ μητρός Λιθουανή, ωραιοτάτη και νεαρά, με θαυμαστούς προεξέχοντες μαστούς υπό τον επενδύτην του ουσάρου και αρμονικώς καμπυλουμένους γλουτούς υπό την στρατιωτικήν περισκελίδα, με πρόσωπον παρθένου αγαλλιώσης, η Ζεμφύρα απέσπα πάντοτε θύελλαν χειροκροτημάτων και φωνητικών εκδηλώσεων εξάλλων. Οι πιο ένθερμοι εκ των λαϊκών της θαυμαστών, καμμιά φορά παραληρούντες, εκραύγαζον περιπαθώς ωρισμένας λέξεις, που εάν το πλήθος δεν ήτο πάντοτε τόσον πυκνόν και ήτο διαφορετική η ατμόσφαιρα του τσίρκου, οι ούτως εκφραζόμενοι θα εξεβάλλοντο εκ του ιπποδρομίου, ως προσβάλλοντες την δημοσίαν αιδώ. Εν τούτοις το κλίμα που εδημιούργει πέριξ αυτής η ξανθή θηριοδαμάστρια ήτο τοιούτον ώστε αυταί, αι άλλωστε τόσον εκφραστικαί και τόσον αδικημέναι λέξεις, δεν εφαίνοντο ποτέ χυδαίαι, ούτε προσβλητικαί, διότι συνυφαίνοντο και αφωμοιούντο φυσικότατα, εν τη ευγλώττω και κυριολεκτική των σαφηνεία με ό,τι ανεδίδετο και διεχέετο από την νεαρά γυναίκα, τόσον από την προσωπικήν της καλλονήν και γοητείαν, όσον και από την δράσιν της με τα θηρία, από τα οποία, οσάκις ευρίσκετο μεταξύ αυτών, εξεπορεύετο και εξηπλούτο, πάντοτε, μια δυνατή οσμή οργανικής θηλύτητος και αρρενωπότητος συνάμα. Πέντε-έξη χρόνια τώρα, εγοήτευε η Ζεμφύρα τους θαυμαστάς της με την μελετημένην και ψυχολογικώς εδραιωμένην σαγήνην μιας καλλονής που κινδυνεύει εν μέσω των αγρίων ζώων – πράγμα που συνεκλόνιζε βαθύτατα τα πλήθη.

Το ίδιον συνέβαινε και κατά την εσπέραν ταύτην. Αφού υπεκλίθη η Ζεμφύρα, έκαμε μεταβολήν και αντίκρυσε τα λεοντάρια. Ο κόσμος ενθουσιών την υπεδέχετο με ποδοβολητά, χειροκροτήματα και επευφημίας. Την ίδια στιγμή, σαν ρόδι που σκάει αποτόμως, ορμητικόν και ασπαίρον, εξέσπασε απ’ τα πνευστά το εμβατήριον “El Capitan” του Σούζα. Η Ζεμφύρα ηυχαρίστησε γοργά το πλήθος, κλίνουσα τρεις φορές την κεφαλήν της. Την ώρα εκείνην ο λέων Bobby απεπειράτο να επιβή ερωτικώς επί νεαρής λεαίνης. Τρεις λέοντες εβρυχώντο στεντορείως. Εταίρα λέαινα ουρούσε εσπευσμένως. Αίφνης η νεαρά Πρωσσίς ύψωσε την δεξιάν της και το μέγα καμτσίκι της άστραψε απανωτά εις τον αέρα. Τα λεοντάρια υπεχώρησαν αμέσως και ορθώθηκαν όλα μαζί στα πισινά τους πόδια. Το άγριον τούτο θέαμα ήτο μεγαλειώδες και ο κόσμος, ηλεκτρισθείς, ενέτεινε τα χειροκροτήματά του. Ένα λεπτόν, τρία λεπτά έμειναν έτσι τα θηρία, έπειτα υπό τους ήχους ενός βαλς (το βαλς της «Κοιμωμένης Καλλονής» του Τσαϊκόφσκυ) που διεδέχθη το εμβατήριον του Σούζα, έλαβον θέσιν το εν όπισθεν του άλλου, και ενώ κροτούσε ακόμη το μαστίγιον, ήρχισαν να περιτρέχουν τον στρογγυλόν περίγυρον του στίβου, με τα κορμιά των κυμαινόμενα, με τις χαίτες των ανεμιζόμενες εις τους ρυθμούς των ¾, όπως οι ήχοι του χορού, όπως το ευλύγιστον σώμα της Ζεμφύρας, που με οξύτατα παραγγέλματα και αυτόχρημα λάγνες ιαχές τα εκυβερνούσε…

Γυμνό με Λιοντάρι.
Έργο του Emile Tabary (1857-1927).

Lion Tamer.
Έργο της Laine Bachman.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου