Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ


· ancillariolus, i αρσ. ο άνδρας που (έχει την τάση να) συνάπτει ερωτικές σχέσεις με σκλάβες ή υπηρέτριες.
· caco, cacâvi, cacâtum, cacâre  αποπατώ, κοινώς: χέζω.
· cinaedus, -i αρσ. (ελ.) εκείνος που κάνει στοματικό έρωτα, ο αναίσχυντος, ο διεφθαρμένος.
· culeus (culleus), -i αρσ. (ελ.) ο δερμάτινος σάκος, αλλά και ο όρχις.
· culus, -i  αρσ.  τα οπίσθια, ο κώλος.
· culpa, -ae θηλ.  σφάλμα, έγκλημα (διακόρευση παρθένας), και ορισμένες φορές τα γυναικεία γεννητικά όργανα, τον κόλπο.
· cunnus, -i αρσ.  τα εξωτερικά μέρη του αιδοίου, αλλά στη ρωμαϊκή αργκό σήμαινε και το μουνί ή την ακόλαστη γυναίκα.
· irrumo, irrumâvi, irrumâtum, irrumâre το να εξαναγκάσεις κάποια-κάποιον να κάνει στοματικό έρωτα σε άνδρα (κάτι που οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν ιδιαίτερα εξευτελιστικό).
· irrumâtor, -oris αρσ.  μπάσταρδος (κάθαρμα), αλλά και εκείνος που εξανάγκαζε κάποιον-κάποια να του κάνει στοματικό έρωτα.
· follis, -is αρσ. πουγκί, σάκος, μπάλα (για παιχνίδι), τα πνευμόνια, αλλά και οι κύστες των όρχεων.


·  futuo, futui, fututum, futuere γαμάω.
·  lupa, -ae θηλ.  λύκαινα, αλλά και πόρνη.
·  lupânar, -aris θηλ. πορνείο.
·  lupâtria, -ae θηλ. πόρνη, απατεώνισσα. 
·  lustror, lustrâri  ο επισκέπτης των πορνείων.
·  lustrum ουδ.  τόπος ακολασίας, πορνείο.
·  lutum, -i ουδ.  κίτρινη βαφή, χώμα, λάσπη, ένας όρος που χρησιμοποιούνταν και σαν βρισιά προς έναν άνδρα ή μια γυναίκα.
·  mentula, -ae όρος που επίσης χρησιμοποιούνταν σαν βρισιά και σήμαινε πουτσοκέφαλος, ή, τέλος πάντων, κάτι παρόμοιο.
·  merda, -ae θηλ. κοπριά, σκατό.
·  meretrix, -tricis θηλ  ακριβή πόρνη, σπιτωμένη


·  mingo, minxi, mictum, mingere κατουράω.
·  moecha, -ae θηλ. (ελ.) μοιχαλίδα, πουτάνα, τσούλα.
·  mulierculum, -i ουδ. πόρνη.
·  pallaca, -ae θηλ. (ελ)  παλλακίδα, ερωμένη.
·  pathicus, -i αρσ. (ελ)  ο κολομπαράς, ο μπινές.
·  pedicator, -oris αρσ.  όπως και η προηγούμενη: εκείνος που γαμάει κώλο.
·  pedico, pedicavi, pedicatum, pedicare γαμάω κώλο.
·  pedo, pedi, pedere  κλάνω.
·  peniculus, -i αρσ. το πινέλο, αλλά στην αργκό το πέος.
·  penis, -is αρσ. η ουρά, αλλά και το πέος.


·  pissio, -avi κατουράω.
· scortum, -I ουδ. η πόρνη - σε κείμενα του Catullus συναντάμε το υποκοριστικό αυτής της λέξης: scortillum, όπου φαίνεται πως σήμαινε και… βούρτσα.
·  scrortum, -i  [παρομόμοιο με το scrautum που  σήμαινε τη θήκη (π.χ. τη θήκη για τα βέλη)] ουδ. ο εξωτερικός «σάκος» που περιέχει τους όρχεις.
·  sopio, -onis αρσ. πέος.
·  testiculum, -i αρσ.  όρχις.
· vagina, -ae θηλ. θήκη, αλλά που σήμαινε επίσης τα γυναικεία γεννητικά όργανα, το αιδοίο.
·  veretrum ουδ.  αρσενικά γεννητικά όργανα.
· verpa, -ae θηλ. το μέρος του πέους που προεξέχει από την ακροβυστία, μια λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για   να ειρωνευτούν εκείνους που είχαν κάνει περιτομή.
·  vomerm, -eris αρσ. υνί, αλλά και μια ακόμη από τις πολλές λέξεις που χρησιμοποιούσαν στη Ρώμη όταν αναφέρονταν –πού αλλού;– στο πέος

Όλες οι εικόνες εδώ είναι φωτογραφίες από τις περίφημες τοιχογραφίες της Πομπηίας.  Ο τεχνητός διπλός φαλλός προέρχεται επίσης από τη Ρωμαϊκή εποχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου